Η Συμέλα, η Τσαμπίκα και το μυστήριο

Ενυδατική κρέμα
Ενυδάτωση της επιδερμίδας
13 Μαρτίου 2019
ταινίες προσεχώς 21/03/2019
Ταινίες προσεχώς 21/3/2019
17 Μαρτίου 2019

Συμέλα και Τσαμπίκα

Η Συμέλα εργαζόταν σκληρά στην εταιρία της για να εξασφαλίσει τα προς το ζην. Μέρα έμπαινε, μέρα έβγαινε, ξεκινούσε από τα χαράματα με το μεταχειρισμένο της αμάξι για να φτάσει στη δουλειά. Καμιά δουλειά, όμως, δεν είναι βαρετή, όταν την κάνεις με αγάπη, και η Συμέλα είχε εξαιρετικές ικανότητες στις δημόσιες σχέσεις και το μάρκετινγκ. Με την Τσαμπίκα είχαν γνωριστεί στην πενταήμερη, όταν με το σχολείο της πήγε στη Ρόδο. Βλέπεις, η Συμέλα ήθελε συνεχώς να γνωρίζει καινούριους ανθρώπους, εξάλλου οι γνωστοί καμιά φορά είναι τόσο βαρετοί… Ήταν, βέβαια, ένας εξαιρετικά παρατηρητικός άνθρωπος. Ξεχώρισε αμέσως την Τσαμπίκα που δούλευε τότε νεαρή φοιτήτρια στο παραλιακό μπαρ που έγινε το αγαπημένο της εκδρομής και συμπλήρωσαν η μία την άλλη. Όταν η Τσαμπίκα τελείωσε το πανεπιστήμιο, φιλόλογος, ανέβηκε στη Θεσσαλονίκη για το μεταπτυχιακό. Ταυτόχρονα βρήκε και δουλειά σε ένα φροντιστήριο. Όχι πολλά λεφτά, αλλά έφταναν για το νοίκι και ποτά στην παραλία. Και η ζωή κυλούσε αργά, μια η κρίση η οικονομική, μια η καθημερινότητα χωρίς μετρό.

Απογεύματα στη Θεσσαλονίκη

Αργά το απόγευμα στη Θεσσαλονίκη, περπατώντας στην παραλία βλέπεις το σκούρο γαλάζιο να μπλέκεται με το μενεξεδί και το σομόν που αφήνει ο ήλιος φεύγοντας πριν πάει για το βραδινό του ύπνο. Αυτόν τον ουρανό αντίκρυζε η Τσαμπίκα πριν την καθιερωμένη της διαδρομή, από το φροντιστήριο κάπου στη Βενιζέλου προς την Πλατεία Ελευθερίας και πέρα. Μάλιστα, της άρεσε να τσιμπολογάει σε κάποιο από μαγαζάκια της περιοχής μετά το μάθημα, για να βλέπει τον κόσμο βιαστικό να πηγαινοέρχεται στο τέρμα των λεωφορείων και τις φοιτητοπαρέες να κατηφορίζουν για τη βόλτα τους στο λιμάνι. Πολλές φορές εκείνη την ώρα η Συμέλα την έπαιρνε με το αυτοκίνητο για να γυρίσουν στο σπίτι.

Ένα γαλλικό μπιστρό στην πόλη

Η Τσαμπίκα λοιπόν, σύχναζε σχεδόν καθημερινά στο μπιστρό της Ελένης, μιας παλιάς Θεσσαλονικιάς που είχε ζήσει το Μάη του ‘68 ως φοιτήτρια Καλών Τεχνών στο Παρίσι, και όταν γύρισε πίσω ανέλαβε την επιχείρηση των γονιών της. Το μπιστρό, σχετικά μικρό, αλλά δύο ορόφων, ήταν γεμάτο με πίνακες της Ελένης. Στο πάνω όροφο, ουσιαστικά ένα παταράκι, γυμνά πορτραίτα νεαρών κοριτσιών στόλιζαν τους τοίχους. Κάτω, σκηνές από τη ζωή στο Παρίσι γέμιζαν το χώρο. Το μπιστρό όμως δεν ήταν για λίγους, μάζευε όλων των ηλικιών πελάτες, κάποιους συνταξιούχους φιλότεχνους, αλλά και νεαρές καθηγήτριες που απολάμβαναν τις ταξιδιωτικές αφηγήσεις της ιδιοκτήτριας.

Ένα σκοτεινό απόγευμα

Το απόγευμα εκείνο, η Ελένη έμοιαζε διαφορετική από τις υπόλοιπες φορές, ανήσυχη και σκοτεινιασμένη. Και δεν έβγαινε από το στόμα της λέξη. Οι ψίθυροι των πελατών στο μαγαζί αποκάλυπταν μονάχα πως η κόρη της Ελένης, η Μαρία, είχε εξαφανιστεί από το προηγούμενο βράδυ. Διασκέδαζε με τους φίλους της μετά το μάθημα στο μαγαζί, όταν τους ανακοίνωσε ότι αισθανόταν έξαφνα κουρασμένη και αποφάσισε να φύγει. Μόνη της… Έκτοτε δεν την ξαναείδε κανείς. Η παρουσία της αστυνομίας στο μαγαζί βάραινε ακόμα περισσότερο τη θλιμμένη ατμόσφαιρα, σαν ένας κράχτης του κακού, υπογραμμίζοντας ότι αυτή η μέρα ήταν μια εκτροπή από τη βαρετή συνήθεια των προηγούμενων.

Η σκληρή πραγματικότητα

Η Συμέλα με το παλιό αυτοκίνητο, εκτός από τις δημόσιες σχέσεις, ήταν και πολύ καλή στις προσωπικές. Έτσι έσπευσε στο μικρό μπιστρό για να προσφέρει τη συμπαράστασή της στην Τσαμπίκα που ήταν ήδη εκεί και μοιραζόταν το δράμα της Ελένης. Πώς όμως να παρηγορήσεις μια μητέρα που δεν έχει πια το παιδί της; Πώς να χωρέσει ο ανθρώπινος νους ότι μια νέα ζωή πάνω που άρχιζε έμελλε να τελειώσει; Και έτσι ήταν στην πραγματικότητα, γιατί αρκετές ώρες αργότερα, όταν πια είχε προχωρήσει μαύρη η νύχτα, βρέθηκε το σώμα της Μαρίας στο λιμάνι, να πλέει σαν ακυβέρνητο σκάφος μέσα στα ατάραχα νερά του Θερμαϊκού…

Αναπάντητα ερωτηματικά

Ο πόνος που δε μετριέται μπορεί να σε οδηγήσει να χάσεις τη λογική σου. Ποιο σκληρόκαρδο τέρας θα μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο, ποιος θα μπορούσε να μοιράσει σκοτάδι εκεί που έλαμπε το φως; Σκέψου, γρήγορα, Τσαμπίκα, εσύ που συχνάζεις καθημερινά στο μπιστρό, τι ασυνήθιστο παρατήρησες χθες το βράδυ; Κάτω από το χαλί της ψεύτικης ευφορίας που σχημάτισε το αλκοόλ με το τσιγάρο και τα πνιχτά γέλια μέσα στο μαγαζί, ποιος μπορούσε να φανταστεί ότι ένας άνθρωπος θα έβγαινε από τη μέση μια για πάντα;;;

Τι είχε συμβεί το μοιραίο βράδυ;

Η Μαρία ήταν ντυμένη με τα ρούχα από τη σχολή, μια μπλούζα και ένα παντελόνι. Δεν είχε πολλή όρεξη να βγει εκείνο το βράδυ, εξάλλου επρόκειτο να ταξιδέψει στο εξωτερικό τη μεθεπόμενη μέρα, ήθελε να κάνει ετοιμασίες και να κοιμηθεί. Η παρέα όμως ήθελε να βγει, κάποιος γνωστός είχε γενέθλια και έπρεπε να είναι παρόντες όλοι στο σύνηθες μέρος, το μπιστρό της Ελένης. Χαλαρή στο κάθισμά της προσπαθούσε να μείνει χαμογελαστή όλη τη διάρκεια της βραδιάς, κρύβοντας την ανία της από τις συζητήσεις για τα μαθήματα και τους καθηγητές. Κάποια στιγμή σηκώθηκε από το κάθισμά της και βγήκε στο δρόμο, στρίβοντας ένα τσιγάρο… Αφού επέστρεψε στο τραπέζι σύντομα άρχισε να αισθάνεται άσχημα και να θέλει να φύγει…

Ποιος είδε κάτι που μπορεί να ρίξει φως στην υπόθεση;

Η παρατηρητική ματιά της Συμέλας ήταν που έδωσε τη λύση στο μυστήριο. Αλαφιασμένη όπως γύρισε από τη δουλειά το βράδυ του φόνου, μπήκε μέσα στο μπιστρό για να χαιρετήσει πριν παραλάβει με το αυτοκίνητο την Τσαμπίκα. Η κούρασή της έφυγε, όταν έπιασε τη συζήτηση για τη δουλειά με την Τσαμπίκα στον πάγκο στο βάθος του μαγαζιού, ακριβώς απέναντι από το τραπεζάκι που καθόνταν η παρέα της Μαρίας. Η Τσαμπίκα και η Συμέλα απολάμβαναν το φημισμένο κέικ καφέ της Ελένης, όταν η ματιά της Συμέλας έπεσε επικριτική πάνω στην παρέα που διασκέδαζε. Παρά το αρχικό μούδιασμα που συνόδευσε την είδηση του θανάτου, η Συμέλα δεν άργησε να θυμηθεί ένα χέρι μαυροντυμένο που έριξε κάτι μέσα στο ποτό της Μαρίας. Σύντομα η αστυνομία άρχισε να ψάχνει όσους από το τραπέζι φορούσαν μαύρα ρούχα.

Η ανεύρεση του δολοφόνου και η λύση του μυστηρίου

Οι ερώτησεις επίμονες μέσα στη νύχτα, έκαναν την ύποπτη να σπάσει. Η κολλητή της Μαρίας, της οποίας το όνομα δε θα δοθεί στη δημοσιότητα, γιατί η δικογραφία είναι απόρρητη, ομολόγησε τη ζήλια της προς την όμορφη και ευκατάστατη φίλη της. Η Μαρία τα είχε όλα, μπιστρό, επιτυχία στις σπουδές και ένα αγόρι στο Παρίσι να την περιμένει, ενώ εκείνη τίποτα… κι αυτό το «άδικο» έπρεπε να αποκατασταθεί. Έτσι, της έριξε στο ποτό δηλητήριο, ενώ ο συνεργός της οδήγησε τη ζαλισμένη Μαρία στο λιμάνι και την έσπρωξε στη θάλασσα. Η Μαρία έφυγε στην πιο καλή της στιγμή, μια μάνα καταστράφηκε και η φυλακή έγινε το παντοτινό σπίτι μιας δολοφόνου. Έτσι, η Τσαμπίκα και η Συμέλα, έλυσαν το μυστήριο και έμαθαν να ζουν με το κακό μέσα στον κόσμο.

Comments are closed.